Τορά

Γιατί άραγε η παρουσία του Θεού συνόδευε τον Ιωσήφ;

Από τον Dr. Eli Lizorkin-Girzhel (βιογραφικό)

Χρόνος ανάγνωσης: 7 λεπτά. Αντίκτυπος: Αιωνιότητα.

Αναρίθμητα είναι τα κηρύγματα και τα μαθήματα κατηχήσεως που έχουν αφιερωθεί στην ιστορία του Ιωσήφ και των δοκιμασιών στις οποίες υποβλήθηκε στην Αίγυπτο. Όλα άρχισαν με τη ραγδαία άνοδό του σε θέση εξέχουσας σημασίας στον οίκο του Πετεφρή, υψηλόβαθμου αξιωματούχου, επικεφαλής της φρουράς του Φαραώ. Εν συνεχεία, όμως, η θεαματική αυτή άνοδος διαδέχθηκε μια εξίσου δραματική πτώση εξαιτίας της ψευδούς κατηγορίας που εξαπέλυσε εναντίον του η σύζυγος του Αιγυπτίου κυρίου του, ισχυριζόμενη ότι αποπειράθηκε να τη βιάσει. Ο σύζυγος πίστεψε τη γυναίκα του — ή, τουλάχιστον, έτσι διαφαίνεται από την αφήγηση. Ο Ιωσήφ κατέληξε στη φυλακή.

Κάθε ποιμένας και διδάσκαλος της Αγίας Γραφής ορθώς επισημαίνει εκείνο που το ίδιο το κείμενο καθιστά σαφές: ότι ο Κύριος συνόδευε τον Ιωσήφ («ὁ Κύριος ἦν μετὰ Ἰωσήφ») σε κάθε στάδιο της δοκιμασίας του. Αυτό είναι αναμφισβήτητα αληθές. Εντούτοις, σπανίως έχω ακούσει να εξηγείται το γιατί. Γιατί ήταν ο Κύριος μαζί με τον Ιωσήφ και κάθε έργο του ευοδωνόταν; Γιατί, άραγε, κέρδιζε τόσο γρήγορα την εμπιστοσύνη όλων; Και γιατί όλη αυτή η επιτυχία και η παντοδύναμη ενέργεια της θείας παρουσίας στη ζωή του δεν του εξασφάλισαν μια πιο ειρηνική και ευτυχισμένη ζωή;

Το 39ο κεφάλαιο της Γενέσεως δομείται γύρω από δύο παράλληλες περιγραφές της ευόδωσης του Ιωσήφ στον οίκο του Πετεφρή και στη φυλακή. Ο αφηγητής επαναλαμβάνει τέσσερις φορές ότι «ὁ Κύριος ἦν μετὰ Ἰωσήφ» (εδ. 2, 3, 21, 23), γεγονός εξαιρετικά ασυνήθιστο. Τούτη η επανάληψη καθοδηγεί τον αναγνώστη να ερμηνεύσει την ιστορία του Ιωσήφ υπό το φως της παρουσίας του Θεού στην ζωή των τέκνων του Ισραήλ, όπως αυτή εκδηλώνεται στο πλαίσιο της Διαθήκης με τον λαό Του.

Η λογοτεχνική δομή του κεφαλαίου μπορεί να αποδοθεί σχηματικά ως εξής:

Ο οίκος του Πετεφρή: Ο Κύριος ήταν μαζί με τον Ιωσήφ και κάθε έργο του ευοδωνόταν (εδ. 2). Ο Πετεφρής είδε ότι ο Κύριος ήταν μαζί του και ευλογούσε καθετί που αναλάμβανε (εδ. 3). Ο Πετεφρής ανέθεσε στον Ιωσήφ τη διαχείριση ολόκληρου του οίκου του (εδ. 4). Εξαιτίας του Ιωσήφ, η ευλογία του Κυρίου αναπαυόταν σε όλα όσα ανήκαν στον Πετεφρή (εδ. 5).

«Καὶ ἦν Κύριος μετὰ Ἰωσὴφ…» (στ. β΄). «Εἶδεν δὲ ὁ κύριος αὐτοῦ ὅτι Κύριος μετ᾽ αὐτοῦ…» (στ. γ΄). «Κατέστησεν αὐτὸν ἐπὶ τοῦ οἴκου αὐτοῦ…» (στ. δ΄). «Καὶ ἦν εὐλογία Κυρίου ἐπὶ πάντα τὰ ὑπάρχοντα αὐτῷ…» (στ. ε΄)

Ο Ιωσήφ διαφυλάσσει την Διαθήκη: Από τη στιγμή που η σύζυγος του Πετεφρή πρόσεξε την εξαιρετική ομορφιά του Ιωσήφ (στ. στ΄), άρχισε να προσπαθεί επίμονα να τον παρασύρει στην αμαρτία (στ. ζ΄–ι΄). Ο Ιωσήφ αρνήθηκε, παραμένοντας πιστός τόσο στον Θεό όσο και στον κύριό του (στ. η΄–θ΄). Όταν διέφυγε από τις επίμονες προκλήσεις της (στ. ια΄–ιβ΄), εκείνη τον κατηγόρησε ψευδώς ότι αποπειράθηκε να τη βιάσει (στ. ιγ΄–ιη΄). Ο Πετεφρής πίστεψε την κατηγορία της, οργίστηκε και διέταξε τη φυλάκιση του Ιωσήφ, παρά την αθωότητά του (στ. ιθ΄–κ΄).

Ἀφ᾽ ἧς στιγμῆς ἡ γυνὴ τοῦ Πετεφρῆ κατενόησε τὴν ἐξαίρετον εὐμορφίαν τοῦ Ἰωσήφ (στ. στ΄), ἤρξατο νὰ τὸν δελεάζῃ ἐπιμόνως εἰς ἁμαρτίαν (στ. ζ΄–ι΄). Ὁ Ἰωσὴφ ἠρνήθη, παραμείνας πιστὸς καὶ εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τὸν κύριόν του (στ. η΄–θ΄). Ἀφοῦ ἔφυγεν ἀπὸ τὰς προκλήσεις αὐτῆς (στ. ια΄–ιβ΄), ἐκείνη τὸν κατηγόρησεν ψευδῶς ὅτι ἐπεχείρησε νὰ τὴν βιάσῃ (στ. ιγ΄–ιη΄). Ὁ Πετεφρῆς, πιστεύσας τὴν κατηγορίαν αὐτῆς, ὠργίσθη καὶ διέταξε νὰ ῥιφθῇ ὁ Ἰωσὴφ εἰς τὴν φυλακήν, μολονότι ἦτο ἀθῷος (στ. ιθ΄–κ΄).

Η άρνηση του Ιωσήφ να υποκύψει στις προτάσεις της συζύγου του Πετεφρή δεν αποτελούσε απλώς μια πράξη προσωπικής ακεραιότητας· ήταν μια πράξη πιστότητας στη Διαθήκη. Τα λόγια του: «Πῶς οὖν ποιήσω τὸ ῥῆμα τὸ πονηρὸν τοῦτο καὶ ἁμαρτήσομαι ἐναντίον τοῦ Θεοῦ;» (Γεν. λθ΄ 9), φανερώνουν ότι αντιλαμβανόταν τη μοιχεία όχι απλώς ως παράβαση απέναντι στον κύριό του, αλλά ως βαρύ αμάρτημα εναντίον του Θεού της Διαθήκης.

Στο κέντρο του κεφαλαίου δεσπόζει η ακλόνητη αφοσίωση του Ιωσήφ προς τον Κύριο, η οποία φανερώνει την πιστότητα στη Διαθήκη που χαρακτήριζε τον κληρονόμο των θείων επαγγελιών. Η λογοτεχνική δομή τοποθετεί σκόπιμα αυτή την πιστότητα στο κέντρο του κεφαλαίου, πλαισιώνοντάς την, στην αρχή και στο τέλος, με την πιστότητα του ίδιου του Θεού προς τον δούλο Του.

Η φυλακή: Ο Κύριος ήταν μαζί με τον Ιωσήφ και του χάρισε την εύνοια του δεσμοφύλακα (στ. κα΄). Ο δεσμοφύλακας ανέθεσε στον Ιωσήφ τη φροντίδα όλων των κρατουμένων (στ. κβ΄). Η παρουσία του Κυρίου ενέπνευσε στον δεσμοφύλακα πλήρη εμπιστοσύνη προς τον Ιωσήφ. Ο Κύριος ευλογούσε και ευοδώνε κάθε έργο που αναλάμβανε ο Ιωσήφ (στ. κγ΄).

«Καὶ ἦν Κύριος μετὰ Ἰωσὴφ καὶ κατέχεεν αὐτοῦ ἔλεος, καὶ ἔδωκεν αὐτῷ χάριν ἐναντίον τοῦ ἀρχιδεσμοφύλακος.» (στ. κα΄). «Καὶ ἔδωκεν ὁ ἀρχιδεσμοφύλαξ εἰς χεῖρας Ἰωσὴφ πάντας τοὺς δεσμίους.» (στ. κβ΄). «Καὶ ὅσα αὐτὸς ἐποίει, Κύριος εὐόδου ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ.» (στ. κγ΄)

Το κεφάλαιο αρχίζει με την πιστότητα του Θεού προς τον Ιωσήφ, κορυφώνεται με την πιστότητα του Ιωσήφ προς τον Θεό της Διαθήκης και ολοκληρώνεται με την πιστότητα του Θεού προς τον Ιωσήφ.

Ο Ιωσήφ ως ο αληθινός υιός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ

Στο κεφάλαιο αυτό βλέπουμε να αποκαλύπτονται και οι δύο όψεις της πιστότητας στη Διαθήκη. Αφ’ενός, ο Ιωσήφ αποδεικνύεται απολύτως πιστός στον Κύριο και τούτο φανερώνεται από την πιστότητά του προς τον Πετεφρή, καθώς, κάθε μέρα, απορρίπτει τις ανάρμοστες προτάσεις της συζύγου του. Αφ’ετέρου, ο ίδιος ο Κύριος ενεργεί σύμφωνα με τη Διαθήκη Του. Παραμένει πιστός στη Διαθήκη που είχε συνάψει με τον πατέρα (Ιακώβ-Ισραήλ), τον παππού (Ισαάκ) και τον προπάππου (Αβραάμ) του Ιωσήφ.

Αβραάμ

Στον Αβραάμ, τον προπάππο του Ιωσήφ, ο Κύριος είχε πει:

«Θα σε καταστήσω μεγάλο έθνος,
θα σε ευλογήσω,
θα μεγαλύνω το όνομά σου,
και εσύ θα γίνεις πηγή ευλογίας…
και μέσω εσού θα ευλογηθούν όλες οι οικογένειες της γης.»
(Γεν. ιβ΄ 2–3)

«Καὶ ποιήσω σε εἰς ἔθνος μέγα,
καὶ εὐλογήσω σε,
καὶ μεγαλυνῶ τὸ ὄνομά σου,
καὶ ἔσῃ εὐλογητός…
καὶ ἐνευλογηθήσονται ἐν σοὶ πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς.»
(Γεν. ιβ΄ 2–3)

Στα λόγια αυτά διατυπώνεται σαφώς η θεία επαγγελία ότι, μέσω των απογόνων του Αβραάμ, όλες οι φυλές της γης θα λάμβαναν την ευλογία του Θεού. Μολονότι η διατύπωση δεν είναι ακόμη πλήρως ανεπτυγμένη, η επαγγελία της θείας ευλογίας αποτελεί ήδη θεμελιώδες στοιχείο της Αβρααμικής Διαθήκης («καὶ μεγαλυνῶ τὸ ὄνομά σου»). Αργότερα, ο Αβιμέλεχ ομολογεί: «ὁ Θεὸς μετὰ σοῦ ἐν πᾶσιν οἷς σὺ ποιεῖς» (Γεν. κα΄ 22). Ο Αβραάμ απέκτησε μεγάλη περιουσία και ο δούλος του μαρτυρεί: «Ὁ Κύριος εὐλόγησε τὸν κύριόν μου σφόδρα» (Γεν. κδ΄ 35).

Ισαάκ

Ευχαριστώ όλους τους φίλους μου για την υποστήριξή τους προς αυτή τη διακονία!

Ο Κύριος επανέλαβε τις υποσχέσεις Του προς τον Ισαάκ, τον υιό του Αβραάμ. Διαβάζουμε: «Παροίκησον ἐν τῇ γῇ ταύτῃ, καὶ ἔσομαι μετὰ σοῦ καὶ εὐλογήσω σε» (Γεν. κστ΄ 3). «Ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς Ἀβραὰμ τοῦ πατρός σου· μὴ φοβοῦ, μετὰ σοῦ γάρ εἰμι» (Γεν. κστ΄ 24). Ο Ισαάκ έσπειρε, θέρισε εκατονταπλάσια και «ὁ Κύριος εὐλόγησεν αὐτόν» (Γεν. κστ΄ 12). Πλούτιζε ολοένα και περισσότερο, μέχρι που έγινε πολύ πλούσιος: «καὶ ἐμεγαλύνετο ὁ ἄνθρωπος, πορευόμενος προέκοπτεν, ἕως οὗ ἐγένετο μέγας σφόδρα»  (Γεν. κστ΄ 13). Ακόμη και οι Φιλισταίοι ομολόγησαν: «Ἰδόντες εἴδομεν ὅτι ἦν Κύριος μετὰ σοῦ» (Γεν. κστ΄ 28). Η επιτυχία του ήταν τόσο εμφανής, ώστε ακόμη και ξένοι, εκτός του λαού του Θεού, αναγνώριζαν ότι η πηγή της ήταν ο ίδιος ο Κύριος.

Ο Ιακώβ

Η γλώσσα της παρουσίας του Θεού γίνεται ακόμη πιο εμφανής στις σχέσεις Του με τον Ιακώβ. Προς τον Ιακώβ ο Θεός λέει: «Ἰδοὺ ἐγὼ μετὰ σοῦ, διαφυλάσσων σε ἐν πάσῃ τῇ ὁδῷ, ᾗ ἐὰν πορευθῇς» (Γεν. κη΄ 15). «Ἐπίστρεφε… καὶ ἔσομαι μετὰ σοῦ» (Γεν. λα΄ 3). Ο ίδιος ο Ιακώβ μαρτυρεί: «Ὁ Θεὸς τοῦ πατρός μου ἦν μετ’ ἐμοῦ» (Γεν. λα΄ 5). Ακόμη και όταν ο Ιακώβ πορεύεται προς την Αίγυπτο, ο Θεός τον διαβεβαιώνει και πάλι ότι θα είναι μαζί του: «Μὴ φοβοῦ… ἐγὼ καταβήσομαι μετὰ σοῦ εἰς Αἴγυπτον» (Γεν. μστ΄ 3–4).

Ο Λάβαν ομολογεί ότι ο Κύριος τον ευλόγησε λόγω του Ιακώβ:

Εἶπεν δὲ αὐτῷ Λάβαν· Εἰ εὗρον χάριν ἐναντίόν σου, οἰωνισάμην ἄν· εὐλόγησέν με γὰρ ὁ Θεὸς διὰ σέ
καὶ εἶπεν· Διάστειλον τὸν μισθόν σου πρός με, καὶ δώσω.
Σὺ γινώσκεις ἃ δεδούλευκά σοι, καὶ ὅσα ἦν τὰ κτήνη σου μετ᾿ ἐμοῦ. Ὀλίγα γὰρ ἦν ἃ ἦν σοι πρὸ ἐμοῦ,
καὶ ηὐξήθη εἰς πλῆθος, καὶ εὐλόγησέν σε Κύριος ἐπὶ τῷ ποδί μου…
(Γεν. λ΄ 27–30)

Ακόμη και οι ξένοι, εκτός του λαού της Διαθήκης, αναγνώριζαν ότι η πηγή των επιτυχιών του Ιακώβ ήταν ο ίδιος ο Κύριος.

Ιωσήφ: η συνέχεια των επαγγελιών της Διαθήκης 

Μέσα σε αυτό το θεολογικό πλαίσιο, το μήνυμα της Γένεσης 39 γίνεται πλέον απολύτως σαφές: ο Ιωσήφ είναι πραγματικός υιός του Ισραήλ και κληρονόμος των επαγγελιών που ο Θεός έδωσε στον Αβραάμ, στον Ισαάκ και στον Ιακώβ. Οι ίδιες επαγγελίες που δόθηκαν στους πατριάρχες εκπληρώνονται τώρα και στη δική του ζωή. Διακρίνουμε το ίδιο θεϊκό σχέδιο να εκπληρώνεται. Η επαναλαμβανόμενη διακήρυξη ότι «Καὶ ἦν Κύριος μετὰ Ἰωσήφ…» (Γεν. λθ΄ 2, 3, 21, 23) παραπέμπει σκόπιμα στις υποσχέσεις που είχε δώσει ο Θεός στον Ισαάκ και στον Ιακώβ: «ἔσομαι μετὰ σοῦ» (Γεν. κστ΄ 3, 24· κη΄ 15· λα΄ 3). Παρομοίως, ο Κύριος ευλογούσε και ευόδωνε κάθε έργο του Ιωσήφ (Γεν. λθ΄ 3, 23) φανερώνοντας ότι επρόκειτο για την ίδια ευλογία της Διαθήκης που συνόδευε τη ζωή του Αβραάμ (Γεν. κα΄ 22· κδ΄ 35), του Ισαάκ (Γεν. κστ΄ 12–13) και του Ιακώβ (Γεν. λ΄ 27–30· λα΄ 7–12· λβ΄ 12).

Ακόμη πιο αξιοσημείωτο είναι ότι η ευλογία που μεταδόθηκε μέσω του Ιωσήφ στον οίκο του Πετεφρή (Γεν. λθ΄ 5) αποτελεί εκπλήρωση της υπόσχεσης του Θεού προς τον Αβραάμ ότι μέσω αυτού θα ευλογούνταν όλες οι φυλές της γης (Γεν. ιβ΄ 2–3). Όπως ο Αβιμέλεχ ευεργετήθηκε μέσω του Αβραάμ και ο Λάβαν μέσω του Ιακώβ, ολόκληρος ο οίκος του Πετεφρή ευλογήθηκε μέσω του Ιωσήφ.

Επομένως, η ευημερία του Ιωσήφ δεν ήταν ένα μεμονωμένο θαύμα ούτε απλώς η ανταμοιβή για την προσωπική του ακεραιότητα. Ήταν η συνέχιση της πιστότητας του Θεού προς τη Διαθήκη Του από γενιά σε γενιά.

Ο Ιωσήφ, συνεπώς, εκτός από ηθικό πρότυπο είναι ο κληρονόμος της Διαθήκης, μέσω του οποίου οι θείες υποσχέσεις συνεχίζουν να προχωρούν προς την εκπλήρωσή τους, προαναγγέλλοντας τον ερχομό του Χριστού, τον αληθινό Κληρονόμο της Διαθήκης.

Χριστός: ο κατεξοχήν Ισραηλίτης

Η Διαθήκη φθάνει στην πλήρη εκπλήρωσή της μέσω του Ιησού Χριστού, του Μεσσία. Όπως ο Αβραάμ, ο Ισαάκ, ο Ιακώβ και ο Ιωσήφ, έτσι και ο Ιησούς έζησε σε τέλεια κοινωνία με τον Πατέρα. «Ὁ πέμψας με μετ’ ἐμοῦ ἐστιν» (Ιω. η΄ 29). Όπως ο Ιωσήφ, παρέμεινε πιστός κατά τον πειρασμό (Ματθ. δ΄ 1–11), κατηγορήθηκε άδικα (Ματθ. κστ΄ 59–61), υπέφερε ενώ ήταν αναμάρτητος (Α΄ Πέτρ. β΄ 22–23) και, μέσω του πάθους Του, έγινε πηγή ευλογίας για όλα τα έθνη.

Ο Χριστός συνεχίζει την Αβρααμική Διαθήκη οδηγώντας την στην πλήρη εκπλήρωσή της. Μέσω Αυτού πραγματοποιείται η υπόσχεση του Θεού ότι «ἐνευλογηθήσονται ἐν σοὶ πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς» (Γεν. ιβ΄ 3), καθώς η άφεση των αμαρτιών, η παρουσία του Θεού και η αιώνια ζωή προσφέρονται σε όλους όσους πιστεύουν (Γαλ. γ΄ 8, 14, 16, 29).

Συμπέρασμα

Η ιστορία του Ιωσήφ αναμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ευλογία του Θεού. Η παρουσία του Κυρίου δεν προστάτευσε τον Ιωσήφ από την προδοσία, τη δουλεία, τις άδικες κατηγορίες ή τη φυλακή. Aντ’ αυτού, ήταν η εγγύηση ότι καμία από αυτές τις δοκιμασίες δεν μπορούσε να τον αποχωρίσει από την πιστότητα του Θεού προς τη Διαθήκη Του.

Η ευημερία του Ιωσήφ δεν συνίστατο μονάχα στην άνεση ή στην επιτυχία, αλλά και στην αμετάθετη πραγματικότητα ότι ο Κύριος ήταν μαζί του (Γεν. λθ΄ 2, 3, 21, 23), η οποία διατρέχει ολόκληρη τη Γένεση. Ο Αβραάμ, ο Ισαάκ και ο Ιακώβ γνώρισαν τον πόνο, την αβεβαιότητα και την απώλεια· όμως η Διαθήκη του Θεού ουδέποτε τους εγκατέλειψε. Οι Ισραηλίτες, μετά την Έξοδο από την Αίγυπτο, είχαν ανάγκη από αυτή τη βεβαιότητα καθώς πορεύονταν προς ένα άγνωστο μέλλον. Την ίδια βεβαιότητα χρειαζόμαστε και εμείς σήμερα. Δεν είναι οι περιστάσεις της ζωής μας που καθορίζουν την πιστότητα του Θεού, αλλά οι επαγγελίες Του. Στον Ιησού Χριστό, τον πραγματικό Ισραηλίτη και κατεξοχήν φορέα της Διαθήκης, όλες οι επαγγελίες βρίσκουν την ένδοξη εκπλήρωσή τους. Ο σταυρός προηγήθηκε της αναστάσεως· το πάθος προηγήθηκε της δόξας. Επομένως, όταν η οδός της ζωής μάς οδηγεί μέσα από σκοτεινές κοιλάδες, δεν έχουμε λόγο να κυριευόμαστε από φόβο. Ο Θεός, ο οποίος παρέμεινε πιστός στη Διαθήκη Του και συνόδευε τον Ιωσήφ σε κάθε στάδιο της πορείας του, εξακολουθεί να συνοδεύει και εμάς. Η παρουσία Του είναι η μεγαλύτερη ευλογία μας, η πιστότητά Του η ακλόνητη ελπίδα μας, έως ότου κάθε επαγγελία φθάσει στην πλήρη εκπλήρωσή της.

«Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; θλῖψις ἢ στενοχωρία ἢ διωγμὸς ἢ λιμὸς ἢ γυμνότης ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα; … ἀλλ’ ἐν τούτοις πᾶσιν ὑπερνικῶμεν διὰ τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς.» (Ρωμ. η΄ 35–37)

Τι, λοιπόν, μπορεί να μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; Μήπως τα παθήματα, οι στενοχώριες, οι διωγμοί, η πείνα, η γύμνια, οι κίνδυνοι ή ο μαρτυρικός θάνατος; … Εμείς όμως βγαίνουμε νικητές μέσα απ’ όλες αυτές τις δυσκολίες με τη βοήθεια του Χριστού, ο οποίος μας αγάπησε. (Ρωμ. η΄ 35–37)

Ο Ιωσήφ το βίωσε πολλούς αιώνες πριν διατυπωθεί από τον απόστολο Παύλο στην προς Ρωμαίους επιστολή του, στα μέσα του πρώτου μ.Χ. αιώνα.

Ο Κύριος είναι μαζί σου. Μην το λησμονήσεις ποτέ.

Σημείωση από τον Dr. Eli: Η βοήθειά σας θα αποβεί πολύτιμη για την διατήρηση και ανάπτυξη αυτής της διακονίας διδασκαλίας. Αν το επιθυμείτε, γίνετε συνεργάτες μου σήμερα. Είτε επιλέξετε να μας υποστηρίζετε μηνιαίως (με μία μικρή ή μεγαλύτερη συνεισφορά) είτε αποφασίσετε να προβείτε σε μια εφάπαξ δωρεά, η κάθε προσφορά θα επηρεάσει καθοριστικά τη ζωή πολλών ανθρώπων. Πατήστε ΕΔΩ.

Leave a Reply

Limit 150 words

Comments (0)