Το διαζύγιο, η Τορά και ο Ιησούς
Από τον Dr. Eli Lizorkin-Girzhel (βιογραφικό)
Χρόνος ανάγνωσης: 7 λεπτά. Αντίκτυπος: Αιωνιότητα.
Στο Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, ορισμένοι Φαρισαίοι πλησιάζουν τον Ιησού και τον ρωτούν αν επιτρέπεται σε έναν άνδρα να χωρίσει τη γυναίκα του: «καὶ προσελθόντες οἱ Φαρισαῖοι ἐπηρώτων αὐτὸν εἰ ἔξεστιν ἀνδρὶ γυναῖκα ἀπολῦσαι, πειράζοντες αὐτόν» (Κάτα Μάρκον 10:2). Συνοψίζοντας την απάντησή του, ο Ιησούς δηλώνει:
Καὶ εἶπεν εἰς αὐτούς· Ἐκεῖνος ποὺ θὰ χωρίσῃ τὴν γυναῖκα του καὶ θὰ ἔλθῃ εἰς γάμον μὲ ἄλλην, γίνεται μοιχὸς εἰς βάρος τῆς νομίμου συζύγου του. Καὶ ἐὰν μία γυναῖκα χωρίσῃ τὸν ἄνδρα της καὶ ἔλθῃ εἰς γάμον μὲ ἄλλον, διαπράττει μοιχείαν καὶ λέγεται μοιχαλίς. (Κάτα Μάρκον 10:11–12)
Εκ πρώτης όψεως, τα λόγια αυτά φαίνεται να αποκλείουν σαφώς κάθε δυνατότητα νομιμοποίησης του διαζυγίου και του δεύτερου γάμου, ανεξαρτήτως των περιστάσεων. Το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο αποσαφηνίζει τη διατύπωση της ερώτησης των Φαρισαίων, η οποία παρουσιάζεται διαφορετικά από ό,τι στο Κατά Μάρκον. Ο Ματθαίος διασώζει την ερώτηση στην πληρέστερη μορφή της και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, εντάσσοντας την απάντηση του Ιησού στο ακριβές ερμηνευτικό της πλαίσιο. Σύμφωνα με τη διήγησή του, οι Φαρισαίοι, θέλοντας να τον δοκιμάσουν, τον ρώτησαν: «Εἰ ἔξεστιν ἀνθρώπῳ ἀπολῦσαι τὴν γυναῖκα αὐτοῦ κατὰ πᾶσαν αἰτίαν;» (Κατά Ματθαίον 19:3–9). Κατ’ ουσίαν, ενώ η αφήγηση του Μάρκου μπορεί να εκληφθεί —ιδίως από έναν σύγχρονο αναγνώστη— ως μία γενική αναφορά στο ζήτημα του διαζυγίου, ο Ματθαίος διευκρινίζει ότι το επίμαχο ζήτημα αφορούσε την νομιμότητα της απόλυσης της συζύγου «κατὰ πᾶσαν αἰτίαν», πρακτική που είχε αποκτήσει ιδιαίτερη απήχηση σε ορισμένους κύκλους Φαρισαίων. Η διάκριση αυτή είναι καθοριστική για την ορθή κατανόηση τόσο της απάντησης του Ιησού όσο και του πλαισίου μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε η σχετική συζήτηση.
Λόγω της πρωταρχικής αμαρτίας της ανθρωπότητας, ο Μωσαϊκός Νόμος προέβει, εύλογα, σε παραχώρηση της δυνατότητας διαζυγίου σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες η συμβίωση ενός ισραηλιτικού ζεύγους είχε καταστεί πλέον αφόρητη. Το διαζύγιο δεν εγκρίθηκε ούτε επιβλήθηκε ως θεσμός. απλώς επιτράπηκε.
Το υπόβαθρο του ερωτήματος που τέθηκε
Το σύνολο των Ιερών Εβραϊκών Γραφών, το οποίο σήμερα αποκαλούμε Παλαιά Διαθήκη, αποτελούσε τη Γραφή που μελετούσε ο Ιησούς. Η συλλογή των μεταγενέστερων χριστιανικών συγγραμμάτων, που σήμερα είναι γνωστή ως Καινή Διαθήκη, ουδέποτε προορίστηκε να υποκαταστήσει ή να ακυρώσει την Παλαιά Διαθήκη: «Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας» (Ματθ. 5:17–18). Η διαπίστωση αυτή είναι θεμελιώδους σημασίας. Ολόκληρη η Αγία Γραφή αποτελεί τον λόγο του ζώντος Θεού· κατά συνέπεια, κάθε προσπάθεια κατανόησης των λόγων του Ιησού οφείλει να έχει ως αφετηρία τις Εβραϊκές Γραφές. Το κατεξοχήν βιβλικό χωρίο που πραγματεύεται το ζήτημα του διαζυγίου βρίσκεται στο Δευτερονόμιο 24. (Για μια εκτενέστερη διερεύνηση του ζητήματος μπορούν να συμβουλευθούν τα έργα του David Instone-Brewer: «Divorce and Remarriage in the Bible: The Social and Literary Context» και «Divorce and Remarriage in the Church: Biblical Solutions for Pastoral Realities».)
Η κατανόηση του χωρίου, καθώς και των ραβινικών συζητήσεων -σε εξέλιξη κατά την εποχή του Ιησού- σχετικά με την ερμηνεία του είναι απολύτως καθοριστική για την ορθή ερμηνεία της απάντησής Του στο ερώτημα των Φαρισαίων.
Διαβάζουμε:
«ΕΑΝ δέ τις λάβῃ γυναῖκα καὶ συνοικήσῃ αὐτῇ, καὶ ἔσται ἐὰν μὴ εὕρῃ χάριν ἐναντίον αὐτοῦ, ὅτι εὗρεν ἐν αὐτῇ ἄσχημον πρᾶγμα (עֶרְוַת דָּבָר, ervat davar), καὶ γράψει αὐτῇ βιβλίον ἀποστασίου καὶ δώσει εἰς τὰς χεῖρας αὐτῆς καὶ ἐξαποστελεῖ αὐτὴν ἐκ τῆς οἰκίας αὐτοῦ, καὶ ἀπελθοῦσα γένηται ἀνδρὶ ἑτέρῳ, καὶ μισήσῃ αὐτὴν ὁ ἀνὴρ ὁ ἔσχατος καὶ γράψει αὐτῇ βιβλίον ἀποστασίου καὶ δώσει εἰς τὰς χεῖρας αὐτῆς καὶ ἐξαποστελεῖ αὐτὴν ἐκ τῆς οἰκίας αὐτοῦ, ἢ ἀποθάνῃ ὁ ἀνὴρ ὁ ἔσχατος, ὃς ἔλαβεν αὐτὴν ἑαυτῷ γυναῖκα, οὐ δυνήσεται ὁ ἀνὴρ ὁ πρότερος ὁ ἐξαποστείλας αὐτὴν ἐπαναστρέψας λαβεῖν αὐτὴν ἑαυτῷ γυναῖκα, μετὰ τὸ μιανθῆναι αὐτήν, ὅτι βδέλυγμά ἐστιν ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου· καὶ οὐ μιανεῖτε τὴν γῆν, ἣν Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι ἐν κλήρω.» (Δευτερονόμιον 24:1–4)
Οι ραβινικές πηγές μαρτυρούν ότι, κατά την περίοδο του Δευτέρου Ναού, είχαν διαμορφωθεί δύο κύριες φαρισαϊκές προσεγγίσεις ως προς το διαζύγιο, οι οποίες αποδίδονται στους ραββίνους Σαμμαΐ και Χιλλήλ. Η σχετική διαμάχη καταγράφεται στη Μισνά (m. Gittin 9:10), ενώ αμφότεροι οι διδάσκαλοι έζησαν πριν από την εποχή του Ιησού. Ο Σαμμαΐ υποστήριζε ότι η εβραϊκή φράση עֶרְוַת דָּבָר (ʿervat davar) αναφερόταν αποκλειστικά στη σεξουαλική ανηθικότητα. Ο Χιλλήλ δίδασκε ότι η φράση עֶרְוַת דָּבָר, όπως χρησιμοποιείται στο Δευτερονόμιο 24:1, μπορούσε να περιλαμβάνει οποιονδήποτε ήταν απωθητικό στα μάτια του συζύγου. Η ερμηνεία της φράσης עֶרְוַת דָּבָר (ʿervat davar) παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες. Κυριολεκτικά θα μπορούσε να αποδοθεί ως «γυμνότητα πράγματος» ή «αποκαλυπτόμενη αισχρότητα». Ορισμένες μεταφράσεις δίνουν έμφαση στη σεξουαλική διάσταση του όρου, αποδίδοντάς τον ως «σεξουαλική ανηθικότητα ή βρωμιά». Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, όπου η αντίστοιχη έννοια αποδίδεται με τον όρο «πορνεία». Άλλες ερμηνευτικές προσεγγίσεις υιοθετούν μία ευρύτερη σημασία, μεταφράζοντας τη φράση ως «κάτι άσεμνο» ή «κάτι ανάρμοστο», υποδηλώνοντας ότι θα μπορούσε να αφορά οποιαδήποτε συμπεριφορά ή κατάσταση την οποία ο σύζυγος θεωρούσε απαράδεκτη και όχι κατ’ ανάγκην σεξουαλικής φύσεως. Χαρακτηριστική είναι η απόδοση της προχριστιανικής ελληνικής μετάφρασης των Εβδομήκοντα (Ο΄), όπου χρησιμοποιείται η έκφραση ἄσχημον πρᾶγμα. Η συγκεκριμένη μεταφραστική επιλογή αποτέλεσε το ερμηνευτικό θεμέλιο της αντίληψης περί διαζυγίου «διὰ πᾶσαν αἰτίαν», την οποία ο Ιησούς απορρίπτει κατηγορηματικά.
Η απάντηση του Ιησού στο ερώτημα των Φαρισαίων
Η ορθή κατανόηση της αυστηρότητας του λόγου του Ιησού προϋποθέτει την εξέταση του ερωτήματος των Φαρισαίων στο πλαίσιο μέσα στο οποίο διατυπώθηκε. Κατ’ ουσίαν, οι Φαρισαίοι ζητούσαν από τον Ιησού να τοποθετηθεί απέναντι στις δύο επικρατούσες φαρισαϊκές σχολές ερμηνείας του διαζυγίου: τη σχολή του Σαμμαΐ, η οποία περιόριζε το διαζύγιο σε περιπτώσεις σεξουαλικής ανηθικότητας, και τη σχολή του Χιλλήλ, η οποία το επέτρεπε «διὰ πᾶσαν αἰτίαν».
Η απάντηση του Ιησού αρχικά υπενθυμίζει ότι όσοι Φαρισαίοι ερμήνευαν τη φράση עֶרְוַת דָּבָר του Δευτερονομίου 24:1 με τόσο διευρυμένο τρόπο είχαν απομακρυνθεί από την πρωταρχική διδασκαλία της Τορά σχετικά με τη δημιουργία του Αδάμ και της Εύας:
«Ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ κολληθήσεται τῇ γυναικὶ αὐτοῦ, καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν. Ὥστε οὐκέτι εἰσὶ δύο, ἀλλὰ σὰρξ μία· ὃ οὖν ὁ Θεὸς συνέζευξεν, ἄνθρωπος μὴ χωριζέτω» (Ματθ. 19:5–6).
Οι Φαρισαίοι, ανταπαντώντας στον Ιησού, του απηύθυναν το ακόλουθο ερώτημα:
«Τί οὖν Μωϋσῆς ἐνετείλατο δοῦναι βιβλίον ἀποστασίου καὶ ἀπολῦσαι αὐτήν;» (Ματθ. 19:7).
Ο Ιησούς ανέπτυξε περαιτέρω την επιχειρηματολογία του, τασσόμενος υπέρ της ερμηνευτικής προσέγγισης της σχολής του Σαμμαΐ έναντι εκείνης του Χιλλήλ:
«Μωσῆς πρὸς τὴν σκληροκαρδίαν ὑμῶν ἐπέτρεψεν ὑμῖν ἀπολῦσαι τὰς γυναῖκας ὑμῶν· ἀπ’ ἀρχῆς δὲ οὐ γέγονεν οὕτω. Λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι ὃς ἂν ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, μὴ ἐπὶ πορνείᾳ, καὶ γαμήσῃ ἄλλην, μοιχᾶται» (Ματθ. 19:8–9).
Ο Ιησούς αρχικά αναγνωρίζει ότι ο Μωσαϊκός Νόμος επέτρεψε το διαζύγιο μόνο εξαιτίας της ανθρώπινης αμαρτωλότητας, ωστόσο υιοθετεί την αυστηρότερη ερμηνεία της σχολής του Σαμμαΐ, σύμφωνα με την οποία η φράση עֶרְוַת דָּבָר αναφέρεται αποκλειστικά στη «σεξουαλική ανηθικότητα» και δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως οποιοσδήποτε λόγος δυσαρέσκειας του συζύγου απέναντι στη σύζυγό του. Το ουσιώδες συμπέρασμα είναι ότι ο Ιησούς δεν καταδικάζει συλλήβδην κάθε μορφή διαζυγίου και δεύτερου γάμου, αλλά την πρακτική η οποία υποστηριζόταν από τους Φαρισαίους της εποχής Του. Η διδασκαλία Του είναι σαφής: όποιος λύει τον γάμο του χωρίς τις βιβλικά αποδεκτές αιτίες εξακολουθεί να θεωρείται έγγαμος· επομένως, κάθε μεταγενέστερος γάμος συνιστά πράξη μοιχείας.
Πρόσθετοι βιβλικώς αποδεκτοί λόγοι διαζυγίου
Στην Έξοδο βρίσκεται αναφορά στην νομοθετική διάταξη για την περίπτωση κατά την οποία ένας άνδρας νυμφεύεται μία δούλη. Αποκαλύπτεται η μέριμνα του Θεού, ιδίως σε περιπτώσεις παραμέλησης ή κακομεταχείρισης:
«Ἐὰν δὲ ἄλλην λάβῃ ἑαυτῷ, τὰ δέοντα καὶ τὸν ἱματισμὸν καὶ τὴν ὁμιλίαν αὐτῆς οὐκ ἀποστερήσει. Ἐὰν δὲ ταῦτα τὰ τρία μὴ ποιήσῃ αὐτῇ, ἐξελεύσεται δωρεὰν ἄνευ ἀργυρίου.» (Ἔξ. 21:10–11)
Οι τρεις αυτές υποχρεώσεις —η παροχή τροφής, ενδυμασίας και συζυγικής συμβίωσης— αποτελούν τις θεμελιώδεις υποχρεώσεις του συζύγου έναντι της συζύγου του. Αντανακλούν τη μέριμνα του Θεού για τη δικαιοσύνη και την αξιοπρέπεια που οφείλουν να χαρακτηρίζουν τη συζυγική σχέση. Αναδεικνύουν δε μία ευρύτερη αρχή: ότι ο γάμος αποτελεί διαθήκη αμοιβαίας φροντίδας και σεβασμού, στο πλαίσιο της οποίας κάθε σύζυγος δικαιούται τα βασικά μέσα διαβίωσης και τη συζυγική οικειότητα.
Η αρχή αυτή δεσμεύει αμφότερους τους συζύγους.
Ευχαριστώ όλους τους φίλους μου για την υποστήριξή τους προς αυτή τη διακονία!
Η διάταξη της Εξόδου προβλέπει ότι, εφόσον ο σύζυγος παραλείψει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις αυτές, η σύζυγος δικαιούται να αποχωρήσει ελεύθερη, χωρίς οικονομική επιβάρυνση ή άλλη κύρωση. Κατ’ αναλογίαν, η ίδια αρχή μπορεί να εφαρμοστεί και στην περίπτωση του συζύγου. Επομένως, η Έξοδος 21 καταδεικνύει ότι η σοβαρή παραμέληση των θεμελιωδών συζυγικών υποχρεώσεων συνιστά θεμιτό λόγο λύσης του γάμου, πέραν των περιπτώσεων που αναφέρονται ρητώς στο Δευτερονόμιο 24.
Στο ίδιο πνεύμα, η σωματική κακοποίηση θεωρείται γενικώς παραβίαση των συζυγικών υποχρεώσεων και δύναται να αποτελέσει αποδεκτό λόγο διαζυγίου, καθώς αποβλέπει στην προστασία του ευάλωτου μέρους. Η θέση αυτή δεν αφορά μεμονωμένα περιστατικά, αλλά καταστάσεις διαρκούς, επαναλαμβανόμενης κακοποίησης ή σοβαρής παραμέλησης, ιδίως όταν κάθε προσπάθεια αποκατάστασης της συζυγικής σχέσης έχει αποβεί άκαρπη επί μακρό χρονικό διάστημα. Υπό το πρίσμα αυτό, οι διατάξεις της Εξόδου αποτελούν το θεμέλιο των συζυγικών υποχρεώσεων και καταδεικνύουν ότι ο Νόμος του Θεού αναγνωρίζει περισσότερους του ενός αποδεκτούς λόγους λύσης του γάμου.
Η ίδια θεμελιώδης αρχή διακρίνεται και στη διδασκαλία του αποστόλου Παύλου στην Α΄ Προς Κορινθίους, όπου προτάσσεται η δικαιοσύνη και η προστασία του αδικουμένου. Ο απόστολος Παύλος, ως μαθητής του Γαμαλιήλ (Πράξεις 22:3), γνώριζε σε βάθος τον Μωσαϊκό Νόμο και τις προχριστιανικές ραβινικές συζητήσεις γύρω από το ζήτημα του διαζυγίου. Απευθυνόμενος στους εξ εθνών χριστιανούς της Κορίνθου, οι οποίοι προβληματίζονταν ως προς το αν έπρεπε να εγκαταλείψουν τους άπιστους (ειδωλολάτρες) συζύγους τους, τους προτρέπει να διατηρούν τον γάμο, εφόσον ο άπιστος σύζυγος επιθυμεί να συνεχίσει τη συμβίωση. Η διαφορετική θρησκευτική πίστη, καθαυτή, δεν συνιστά βιβλικό λόγο διαζυγίου.
Εάν όμως ο άπιστος επιλέξει να εγκαταλείψει τον γάμο, τότε ο πιστός «οὐ δεδούλωται» (Α΄ Κορ. 7:15), δηλαδή δεν δεσμεύεται πλέον από τον συζυγικό δεσμό. Η συγκεκριμένη διατύπωση έχει ερμηνευθεί ως αναγνώριση της λύσης του γάμου και, κατά συνέπεια, της δυνατότητας σύναψης νέου γάμου. Η ερμηνευτική αυτή αρχή, γνωστή στη δυτική θεολογική παράδοση ως Παύλειο προνόμιο (Pauline Privilege), παρουσιάζει ουσιαστική συνάφεια με την αρχή που διατυπώνεται στην Έξοδο 21, όπου η παραμέληση των θεμελιωδών συζυγικών υποχρεώσεων οδηγεί στην απελευθέρωση του αδικουμένου μέρους από τις δεσμεύσεις του γάμου.
Ο απόστολος Παύλος διδάσκει ότι ο γάμος δεσμεύει τους συζύγους μέχρι τον θάνατο (Ρωμ. 7:2· Α΄ Κορ. 7:39). Η διατύπωση αυτή προϋποθέτει ότι στις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται δεν συντρέχει κανένας βιβλικώς θεμιτός λόγος λύσης του γάμου.
Υπό το φως των ανωτέρω, η διδασκαλία του αποστόλου Παύλου βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία με τη διδασκαλία του Ιησού Χριστού ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα. Το διαζύγιο δεν επιτρέπεται για λόγους προσωπικής προτίμησης ή ευκολίας, αλλά μόνο σε περιπτώσεις σοβαρής παραβίασης της συζυγικής διαθήκης, όπως η πορνεία ή η εκούσια εγκατάλειψη, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων κακοποίησης ή σοβαρής παραμέλησης.
Καταδικάζει ο Θεός το διαζύγιο;
Η συχνά επαναλαμβανόμενη άποψη ότι «ο Θεός μισεί το διαζύγιο» στηρίζεται σε ανεπαρκή μετάφραση του Μαλαχία 2:16. Το εβραϊκό κείμενο αναφέρει:
כִּי־שָׂנֵא שַׁלַּח, אָמַר יְהוָה אֱלֹהֵי יִשְׂרָאֵל, וְכִסָּה חָמָס עַל־לְבוּשׁוֹ, אָמַר יְהוָה צְבָאוֹת׃
Σε κυριολεκτική απόδοση, το εβραϊκό κείμενο θα μπορούσε να αποδοθεί ως εξής:
«ἀλλ᾽ ἐὰν μισήσας ἐξαποστείλῃς, λέγει Κύριος ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ, καὶ καλύψει ἀσέβεια ἐπὶ τὰ ἐνθυμήματά σου, λέγει Κύριος παντοκράτωρ· καὶ φυλάξεσθε ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν καὶ οὐ μὴ ἐγκαταλίπητε.»
Ορισμένες μεταφράσεις, όπως η NASB, δεν ακολουθούν κατά γράμμα το εβραϊκό κείμενο, αλλά μεταβαίνουν από το τρίτο στο πρώτο πρόσωπο, προφανώς με σκοπό να καταστήσουν το κείμενο ευκολότερα αναγνώσιμο:
“For I hate divorce,” says the Lord, the God of Israel, “and him who covers his garment with violence,” says the Lord of armies. (NASB)
«Απεχθάνομαι το διαζύγιο», λέει ο Θεός του Ισραήλ, ο Κύριος του σύμπαντος. «Είναι σαν να βιαιοπραγείτε. Γι’ αυτό, προσέχετε να μην είστε άπιστοι στη γυναίκα σας»
Αντιθέτως, άλλες μεταφράσεις, όπως η NIV, παραμένουν πλησιέστερα στη σύνταξη του εβραϊκού πρωτοτύπου:
“The man who hates and divorces his wife,” says the Lord, the God of Israel, “does violence to the one he should protect,” says the Lord Almighty. (NIV)
«Ο άνδρας που μισεί και χωρίζει τη γυναίκα του», λέει ο Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ, «διαπράττει βία εναντίον εκείνης που όφειλε να προστατεύει», λέει ο Κύριος των Δυνάμεων.
Τα συμφραζόμενα του χωρίου ενισχύουν μια απόδοση όπως εκείνη της NIV. Ο Μαλαχίας καταδικάζει την άδικη αποπομπή των συζύγων της διαθήκης από Ισραηλίτες άνδρες, οι οποίοι εγκατέλειπαν τις γυναίκες τους για να νυμφευθούν αλλοεθνείς γυναίκες (Μαλ. 2:14–15), παραβιάζοντας τη συζυγική διαθήκη, της οποίας μάρτυρας είναι ο ίδιος ο Θεός. Η αμαρτία δεν είναι το διαζύγιο αυτό καθεαυτό, αλλά το αδικαιολόγητο διαζύγιο· δηλαδή η βίαιη εγκατάλειψη που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αδικεί και πληγώνει μια αθώα και ευάλωτη γυναίκα.
Ωστόσο, το ζήτημα δεν εξαντλείται εδώ.
Το εβραϊκό ρήμα שֹׂנֵא (soneh), το οποίο συνήθως μεταφράζεται ως «μισώ», δεν δηλώνει πάντοτε απόλυτη αποστροφή, αλλά μπορεί να εκφράζει συγκριτικά μικρότερη αγάπη ή προτίμηση. Η ίδια η Αγία Γραφή παρέχει χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ο Θεός «ἠγάπησε» τον Ιακώβ και «ἐμίσησε» τον Ησαύ (Μαλ. 1:2–3· Ρωμ. 9:13), γεγονός που δηλώνει ότι επέλεξε τον πρώτο έναντι του δεύτερου και όχι ότι έτρεφε πραγματικό μίσος προς τον Ησαύ, όπως άλλωστε καταδεικνύει η συνολική βιβλική μαρτυρία για τη στάση του Θεού απέναντί του. Κατά παρόμοιο τρόπο, όταν ο Ιησούς καλεί τους μαθητές Του να «μισήσουν» τον πατέρα και τη μητέρα τους (Λουκ. 14:26), δεν προτρέπει σε κυριολεκτικό μίσος, αλλά απαιτεί να Τον θέτουν υπεράνω κάθε οικογενειακού δεσμού. Στο χωρίο του Μαλαχία, το ρήμα שֹׂנֵא αναφέρεται στον σύζυγο, ο οποίος προτιμά μια νεότερη αλλοεθνή γυναίκα από την —πιθανότατα μεγαλύτερης ηλικίας— Ισραηλίτισσα σύζυγό του και, για τον λόγο αυτό, τη διαζεύγνυται χωρίς οίκτο. Κατά συνέπεια, στο εβραϊκό κείμενο εκείνος που «μισεί» είναι ο σύζυγος και όχι ο Θεός.
Συνοψίζοντας, η φράση «ο Θεός μισεί το διαζύγιο» απλουστεύει υπέρμετρα ένα σύνθετο βιβλικό χωρίο. Ο Θεός καταδικάζει την βία που διαρρηγνύει τη συζυγική διαθήκη και όχι την θεμιτή λύση του γάμου. Για τον λόγο αυτό θέσπισε διατάξεις που αποσκοπούν στην προστασία του αδικουμένου και ευάλωτου μέρους.
Συμπέρασμα
Στον ιερό θεσμό του γάμου, τον οποίο ο ίδιος ο Θεός θέσπισε ήδη από την αυγή της δημιουργίας, όπως αυτή περιγράφεται στη Γένεση, διακρίνουμε αφενός μια άρρηκτη διαθήκη και αφετέρου τη γεμάτη συμπόνια χάρη του Θεού μέσα στην ανθρώπινη αδυναμία. Τα λόγια του Ιησού στο Κατά Μάρκον 10:11–12 φαίνονται, εκ πρώτης όψεως, αδιαπραγμάτευτα· το Κατά Ματθαίον 19, όμως, αποκαλύπτει τον πραγματικό στόχο της διδασκαλίας Του: το διαζύγιο «διὰ πᾶσαν αἰτίαν», το οποίο υποστήριζε η σχολή του Χιλλήλ. Υιοθετώντας την αυστηρότερη ερμηνευτική προσέγγιση της σχολής του Σαμμαΐ, ο Ιησούς απορρίπτει τη χιλληλιανή αντίληψη περί διαζυγίου, η οποία είχε αρχίσει να διαδίδεται ευρέως. Η διάταξη της Εξόδου 21:10–11, μολονότι δεν αποτελεί αντικείμενο της απάντησης του Ιησού, αφού το ερώτημα των Φαρισαίων αφορούσε αποκλειστικά το Δευτερονόμιο 24:1, αντανακλά το πνεύμα της Τορά, παρέχοντας ελευθερία από τη συστηματική παραμέληση, την κακοποίηση ή τη στέρηση τροφής, ενδυμασίας και συζυγικής συμβίωσης· δηλαδή από παραβιάσεις της συζυγικής διαθήκης που συντρίβουν το ευάλωτο μέλος της. Την ίδια αρχή εκφράζει και ο απόστολος Παύλος στην Α΄ Προς Κορινθίους 7:15, όπου απαλλάσσει τον πιστό από τη συζυγική δέσμευση όταν ο άπιστος εγκαταλείπει τον γάμο.
Ωστόσο, ακόμη και όταν το διαζύγιο πραγματοποιείται εκτός των βιβλικώς θεμιτών ορίων —όταν η σκληροκαρδία οδηγεί σε αδικαιολόγητη λύση του γάμου ή όταν η έννοια του עֶרְוַת דָּבָר (ʿervat davar) παρερμηνεύεται ή παραβλέπεται— η χάρη του Θεού παραμένει απεριόριστη. Ο Σταυρός του Χριστού δεν κατατάσσει τις αμαρτίες ανάλογα με τη βαρύτητά τους· τις καλύπτει όλες. Το ίδιο αίμα που συγχωρεί την ειδωλολατρία, τον φόνο και την πλεονεξία συγχωρεί και την αμαρτία ενός μη βιβλικώς θεμελιωμένου διαζυγίου. Η άρνηση του Πέτρου, η μοιχεία και ο φόνος του Δαβίδ, καθώς και οι σκληροί διωγμοί που εξαπέλυσε ο Παύλος εναντίον των πρώτων μαθητών του Χριστού, δεν υπήρξαν εμπόδιο για τη λυτρωτική χάρη του Θεού. Το ίδιο ισχύει και εδώ. Η μετάνοια επαναφέρει την καρδιά στον Θεό και η συγχώρησή Του είναι πλήρης, αποκαθιστώντας τον άνθρωπο στην κοινωνία με Εκείνον και με τον λαό Του.
Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές, εάν η προδοσία, η σκληρότητα, η εγκατάλειψη ή η αμετανόητη και διαρκής παραμέληση οδήγησαν στη διάλυση του γάμου σου για βιβλικώς θεμιτούς λόγους, άκουσε με σαφήνεια αυτό το ευαγγέλιο της ελπίδας: ο Θεός κατανοεί τον πόνο σου. Προτάσσει την αξιοπρέπειά σου και την ασφάλειά σου έναντι μιας τοξικής συζυγικής σχέσης που έχει πλέον οδηγηθεί σε οριστική κατάρρευση. Ο νέος γάμος, όταν συνάπτεται για τους βιβλικώς θεμιτούς αυτούς λόγους και αφού έχουν εξαντληθεί όλες οι δυνατότητες αποκατάστασης της συζυγικής σχέσης, δεν συνιστά μοιχεία, αλλά μπορεί να αποτελέσει την απαρχή θεραπείας, πληρότητας και μιας νέας συζυγικής διαθήκης υπό την ευλογία του Θεού.
Εάν, αντιθέτως, το ίδιο το διαζύγιο συνιστούσε την αμαρτία, επειδή πραγματοποιήθηκε χωρίς βιβλική θεμελίωση, στρέψε το βλέμμα σου προς τον ίδιο Σωτήρα. Η χάρη Του δεν εξαντλείται εξαιτίας των πτώσεών μας· αντιθέτως, μέσα σε αυτές αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο. Εξομολογήσου την αμαρτία σου, δέξου το έλεός Του και προχώρα με την ελευθερία εκείνου που έχει συγχωρηθεί. Αναστήσου με ελπίδα· ο Δημιουργός λυτρώνει και τις πιο πληγωμένες ανθρώπινες ζωές, καλώντας σε να ζήσεις με χαρά και με εμπιστοσύνη στη πιστή πρόνοιά Του για το μέλλον. Αναζήτησε σοφή πνευματική καθοδήγηση, επιδίωξε τη συμφιλίωση όπου είναι δυνατόν, αλλά γνώριζε ότι η εν Χριστώ ελευθερία περιλαμβάνει τόσο την απελευθέρωση των τέκνων του Θεού από κάθε μορφή καταπίεσης όσο και την απεριόριστη συγχώρηση που αναγεννά τον άνθρωπο.
Σημείωση από τον Dr. Eli: Η βοήθειά σας θα αποβεί πολύτιμη για την διατήρηση και ανάπτυξη αυτής της διακονίας διδασκαλίας. Αν το επιθυμείτε, γίνετε συνεργάτες μου σήμερα. Είτε επιλέξετε να μας υποστηρίζετε μηνιαίως (με μία μικρή ή μεγαλύτερη συνεισφορά) είτε αποφασίσετε να προβείτε σε μια εφάπαξ δωρεά, η κάθε προσφορά θα επηρεάσει καθοριστικά τη ζωή πολλών ανθρώπων. Πατήστε ΕΔΩ.
Comments (0)