«Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν»
Στις απαρχές της βιβλικής εντολής που μεταμορφώνει τα πάντα...
Στις απαρχές της βιβλικής εντολής που μεταμορφώνει τα πάντα...
Από τον Dr. Eli Lizorkin-Girzhel (βιογραφικό)
Χρόνος ανάγνωσης: 7 λεπτά. Αντίκτυπος: Αιωνιότητα.
Στην εβραϊκή γλώσσα, το ρήμα που δηλώνει την αγάπη, אָהַב (ahav), μπορεί να εκφράσει στοργή, τον βαθύ δεσμό ή τη σταθερή αφοσίωση. Στο 19ο κεφάλαιο του Λευιτικού, όμως, η αγάπη αποκτά συγκεκριμένη ηθική υπόσταση. Δεν περιορίζεται στην περιοχή του συναισθήματος· φανερώνεται έμπρακτα μέσα από τη δικαιοσύνη και την πιστότητα.
Λίγο πριν διατυπωθεί η περίφημη εντολή, ο Ισραήλ καλείται να μην εξαπατά ούτε να αποστερεί τον πλησίον του, να μην κατακρατεί το ημερομίσθιο του εργάτη, να μην προσωποληπτεί κατά την απονομή της δικαιοσύνης, να μη διασπείρει συκοφαντίες και να μη στέκεται απαθής όταν απειλείται η ζωή ενός άλλου ανθρώπου (Λευ. 19:13–16). Στο ίδιο κεφάλαιο καταδικάζονται ακόμη το μίσος που φωλιάζει στην καρδιά, η εκδίκηση και η μνησικακία (Λευ. 19:17–18).
Σημείωση: Το άρθρο αυτό βασίζεται εν μέρει στην έρευνα του John J. Collins, «Love Your Neighbor: How It Became the Golden Rule», TheTorah.com (2020).
Η εντολή έχει ως εξής:
וְאָהַבְתָּ לְרֵעֲךָ כָּמוֹךָ
Ve’ahavta lere’akha kamokha
«Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» (Λευ. 19:18).
Η λέξη רֵעַ (re’a) μπορεί να σημαίνει «σύντροφος», «οικείος» ή «πλησίον». Στο άμεσο νοηματικό πλαίσιο του Λευιτικού 19 αναφέρεται πρωτίστως σε ένα άλλο μέλος της κοινότητας του Ισραήλ. Άλλωστε, της εντολής προηγούνται αναφορές στον «αδελφό», στον «οικείο» και στους «υἱοὺς τοῦ λαοῦ σου» (Λευ. 19:17–18).
Ωστόσο, αυτό δεν καθιστά την αγάπη ούτε αμιγώς συναισθηματική ούτε περιορισμένη. Η αγάπη αφορά τον άνθρωπο του οποίου ο βιοπορισμός, η υπόληψη, η ασφάλεια και η αξιοπρέπεια επηρεάζονται από τις πράξεις μας. Η βιβλική αγάπη αποδίδει τα οφειλόμενα, αρνείται την καταλαλιά, κρίνει δικαίως και παρεμβαίνει όταν κάποιος διατρέχει κίνδυνο. Δεν αφήνει την οργή να ωριμάσει σε εκδίκηση.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει, επομένως, η λέξη כָּמוֹךָ (kamokha, «ως σεαυτόν»). Μας καλεί να αναγνωρίσουμε στη δική μας λαχτάρα για αξιοπρέπεια, δικαιοσύνη, ασφάλεια και έλεος το μέτρο της στάσεώς μας απέναντι στον πλησίον. Γνωρίζουμε από μέσα μας πόσο βαθιά πληγώνει η αδικία όταν στρέφεται εναντίον μας· πόσο επιθυμούμε να μιλούν οι άλλοι για εμάς με αλήθεια, να μας υπερασπίζονται όταν βρισκόμαστε σε αδύναμη θέση και να μας συγχωρούν όταν μετανοούμε. Το Λευιτικό μάς καλεί να αντιμετωπίζουμε με την ίδια σοβαρότητα και τις ανάγκες του πλησίον μας.
Η λέξη כָּמוֹךָ (kamokha) δεν επιτάσσει την αγάπη προς τον εαυτό μας· την θεωρεί ήδη δεδομένη. Λαμβάνει τη φυσική μέριμνα για το δικό μας καλό και την καθιστά κριτήριο της συμπεριφοράς μας προς τους άλλους.
Στη συνέχεια, το κεφάλαιο επεκτείνει το ίδιο μέτρο και στον ger (גֵּר), τον ξένο που έχει εγκατασταθεί ανάμεσα στους Ισραηλίτες:
«Ἐὰν δέ τις προσέλθῃ προσήλυτος ὑμῖν ἐν τῇ γῇ ὑμῶν, οὐ θλίψετε αὐτόν· ὡς ὁ αὐτόχθων ἐν ὑμῖν ἔσται ὁ προσήλυτος ὁ προσπορευόμενος πρὸς ὑμᾶς, καὶ ἀγαπήσεις αὐτὸν ὡς σεαυτόν, ὅτι προσήλυτοι ἐγενήθητε ἐν γῇ Αἰγύπτῳ» (Λευ. 19:33–34).
Η εβραϊκή διατύπωση είναι ιδιαιτέρως ισχυρή:
וְאָהַבְתָּ לוֹ כָּמוֹךָ
Ve’ahavta lo kamokha
«Θα τον αγαπήσεις όπως τον εαυτό σου» (Λευ. 19:34).
Ο גֵּר (ger) δεν ήταν απλώς ένας ξένος που πέρασε από τη χώρα. Ήταν άνθρωπος εγκατεστημένος ανάμεσα στον λαό του Ισραήλ, χωρίς όμως τη γενεαλογική ένταξη. Η θέση του μπορούσε εύκολα να καταστεί επισφαλής, μολονότι η Τορά τού εξασφάλιζε ουσιαστική προστασία ενώπιον του νόμου. Ο Ισραήλ δεν κλήθηκε απλώς να τον ανεχθεί, αλλά να τον αγήπησει «ὡς σεαυτόν».
Η επανάληψη της λέξεως כָּמוֹךָ (kamokha) στους στίχους 18 και 34 δεν είναι τυχαία. Το ίδιο μέτρο αγάπης που ορίζεται για τον Ισραηλίτη επεκτείνεται ρητώς και στον ξένο που κατοικεί ανάμεσα στον λαό. Ο κύκλος της ηθικής ευθύνης δεν συστέλλεται στα όρια της καταγωγής· διευρύνεται, ώστε να περιλάβει και εκείνον που δεν ανήκει εκ γενετής στην κοινότητα.
Ο Θεός θεμελιώνει την εντολή αυτή στη μνήμη: «ὅτι προσήλυτοι ἐγενήθητε ἐν γῇ Αἰγύπτῳ» (Λευ. 19:34). Ο Ισραήλ δεν επιτρεπόταν να λησμονήσει τι σημαίνει να ζει κανείς ανίσχυρος σε ξένη γη. Η οδύνη της ιστορικής του εμπειρίας όφειλε να γίνει πηγή ευσπλαχνίας και όχι άλλοθι σκληρότητας.
Ο πόνος μπορεί να διδάξει στον άνθρωπο την ευσπλαχνία· μπορεί, όμως, και να τον κλείσει στον εαυτό του, κάνοντάς τον καχύποπτο και σκληρό. Ο Θεός του Ισραήλ καλεί τον λαό Του να διατηρεί ζωντανή τη μνήμη της δικής του ευπάθειας και να τη μεταποιεί σε έμπρακτη προστασία των άλλων.
Κατά την εποχή του Ιησού, το εδάφιο Λευ. 19:18 είχε ήδη καταλάβει κεντρική θέση στον ιουδαϊκό ηθικό στοχασμό. Η μεταγενέστερη ραββινική παράδοση αποδίδει στον Χιλλέλ την περίφημη αποφατική διατύπωση:
דַּעֲלָךְ סָנֵי לְחַבְרָךְ לָא תַעֲבֵיד
Da’alakh sani leḥavrakh la ta’avid
«Ό,τι είναι μισητό σε εσένα, μην το πράττεις στον συνάνθρωπό σου».
Το απόφθεγμα διασώζεται στο Βαβυλωνιακό Ταλμούδ, το οποίο συντάχθηκε αιώνες μετά την εποχή του Χιλλέλ. Δεν μπορούμε, επομένως, να ισχυριστούμε με βεβαιότητα ότι αυτή ακριβώς ήταν η διατύπωσή του κατά τον πρώτο αιώνα. Εκφράζει, εντούτοις, έναν βαθιά ιουδαϊκό τρόπο αναγνώσεως της Τορά: η αγάπη δεν είναι αφηρημένο ιδεώδες, αλλά η έμπρακτη άρνηση να πράξουμε στον πλησίον ό,τι θα απεχθανόμασταν να υποστούμε εμείς οι ίδιοι.
Ο ραββίνος Ακίβα, Ιουδαίος διδάσκαλος του δεύτερου αιώνα, χαρακτήρισε το εδάφιο Λευ. 19:18 «θεμελιώδη αρχή της Τορά».
Η διδασκαλία του Ιησού εντάσσεται οργανικά στον ζωντανό αυτό διάλογο της ιουδαϊκής παραδόσεως. Όταν ένας γραμματεύς Τον ρώτησε ποια είναι η πρώτη από όλες τις εντολές, Εκείνος έλαβε ως αφετηρία το Shema (שְׁמַע, «Άκου!»), τη θεμελιώδη ομολογία πίστεως του Ισραήλ:
«Ἄκουε, Ἰσραήλ· Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν Κύριος εἷς ἐστι».
Ευχαριστώ όλους τους φίλους μου για την υποστήριξή τους προς αυτή τη διακονία!
Κατόπιν διατύπωσε την εντολή που αποτελεί τον πυρήνα της ομολογίας αυτής:
«Καὶ ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου».
Και πρόσθεσε τη δεύτερη εντολή, από το Λευ. 19:18:
«Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν».
Καταλήγοντας ως εξής:
«Μείζων τούτων ἄλλη ἐντολὴ οὐκ ἔστι» (Μάρκ. 12:29–31).
Ο Ιησούς δεν συρρίκνωσε την Τορά σε μια αόριστη συναισθηματική αγαθοσύνη· φανέρωσε τον βαθύτερο πυρήνα της. Η αγάπη προς τον Θεό και η αγάπη προς τον πλησίον είναι άρρηκτα συνδεδεμένες, διότι ο Θεός του Ισραήλ δεν δέχεται μια ευσέβεια που συμβιβάζεται με την αδικία. Κανείς δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι αγαπά τον άγιο Θεό, ενώ συγχρόνως εκμεταλλεύεται τον εργάτη, ταπεινώνει τον ανυπεράσπιστο ή τρέφει μίσος στην καρδιά του για τον αδελφό ή την αδελφή του.
Στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, ένας νομοδιδάσκαλος συνδέει ορθώς την αγάπη προς τον Θεό με την αγάπη προς τον πλησίον· κατόπιν, όμως, ερωτά: «Καὶ τίς ἐστί μου πλησίον;» (Λουκ. 10:29). Το ερώτημα φαίνεται εύλογο· μπορεί, εντούτοις, να υποκρύπτει μια απόπειρα περιορισμού της ευθύνης: Πού τελειώνει το χρέος μου; Ποιος μένει έξω από τον κύκλο της μέριμνάς μου;
Ο Ιησούς αποκρίνεται με την παραβολή του Καλού Σαμαρείτη. Ένας άνθρωπος, τραυματισμένος και εγκαταλελειμμένος στην άκρη του δρόμου, αφήνεται αβοήθητος από εκείνους που τον συναντούν. Εκείνος που τελικά σπεύδει κοντά του είναι ο λιγότερο αναμενόμενος: ένας Σαμαρείτης. Τον πλησιάζει, περιποιείται τα τραύματά του, τον ανεβάζει στο υποζύγιό του και αναλαμβάνει τη δαπάνη της περαιτέρω φροντίδας του (Λουκ. 10:30–35).
Με την παραβολή αυτή ο Ιησούς αντιστρέφει το ερώτημα. Δεν ζητεί πλέον να καθορισθεί ποιος δικαιούται να ονομάζεται πλησίον, αλλά ποιος είναι πρόθυμος να γίνει πλησίον διά της ευσπλαχνίας. Ερωτά: «Τίς οὖν τούτων τῶν τριῶν πλησίον δοκεῖ σοι γεγονέναι;» (Λουκ. 10:36). Το ζήτημα δεν είναι πια: «Ανήκει ο τραυματισμένος αυτός άνθρωπος στον δικό μου κύκλο;» αλλά: «Θα υπερβώ ό,τι μας χωρίζει, για να τον πλησιάσω με ευσπλαχνία;»
Ο Ιησούς προχωρεί ακόμη περισσότερο: «Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν […] καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν […] διωκόντων ὑμᾶς» (Ματθ. 5:44). Η διατύπωση «να αγαπάς τον πλησίον σου και να μισείς τον εχθρό σου» δεν παραθέτει κάποια εντολή της Παλαιάς Διαθήκης ή της Εβραϊκής Βίβλου. Οι Γραφές του Ισραήλ επιτάσσουν ήδη την έμπρακτη φροντίδα ακόμη και για το ζώο του εχθρού που χάθηκε ή λύγισε κάτω από το φορτίο του, ενώ απαγορεύουν τη χαιρεκακία για την πτώση του (Έξ. 23:4–5· Παρ. 24:17).
Ορισμένες ιουδαϊκές κοινότητες της περιόδου του Δευτέρου Ναού χάρασσαν, ωστόσο, αυστηρά όρια ανάμεσα σε εκείνους που θεωρούσαν πιστούς και σε όσους λογίζονταν ως εχθροί. Ο Κανονισμός της Κοινότητας του Κουμράν, λόγου χάριν, καλεί τα μέλη της να αγαπούν τους «υιούς του φωτός» και να μισούν τους «υιούς του σκότους» (1QS 1:9–11).
Ο Ιησούς απορρίπτει το μίσος ως αρμόζουσα απόκριση απέναντι στον εχθρό. Οι μαθητές Του καλούνται να φανερώνουν στη ζωή τους το ήθος του Πατέρα, ο οποίος ανατέλλει τον ήλιο Του και στέλνει τη βροχή Του τόσο στους δικαίους όσο και στους αδίκους (Ματθ. 5:45).
Αυτό δεν συνεπάγεται παραίτηση από τη φρόνηση, την αλήθεια, τη δικαιοσύνη ή τα αναγκαία όρια. Η αγάπη προς τον εχθρό δεν απαιτεί να ανεχόμαστε την κακοποίηση, να παραμένουμε εκτεθειμένοι στον κίνδυνο ή να προσποιούμαστε ότι το κακό είναι ακίνδυνο. Ο ίδιος ο Ιησούς ήλεγξε απερίφραστα την υποκρισία και την αδικία. Απαγορεύει, όμως, στους ακολούθους Του να παραδώσουν την καρδιά τους στην κυριαρχία του μίσους. Μπορούν να αντισταθούν στο κακό χωρίς να επιτρέψουν σε αυτό να τους πλάσει κατ’ εικόνα του.
Ο Ιησούς δεν επιτάσσει αισθήματα θερμής συμπάθειας προς τους καταπιεστές. Καλεί τους μαθητές Του σε μια συνειδητή και σταθερή βούληση να επιζητούν το αληθινό καλό ακόμη και των εχθρών τους, με την προσευχή και την έμπρακτη ευσπλαχνία, χωρίς να απομακρύνονται ούτε κατ’ ελάχιστον από την αλήθεια και τη δικαιοσύνη.
Τον ίδιο άρρηκτο δεσμό αγάπης και δικαιοσύνης επιβεβαιώνει και ο Παύλος:
«Ἡ ἀγάπη τῷ πλησίον κακὸν οὐκ ἐργάζεται· πλήρωμα οὖν νόμου ἡ ἀγάπη» (Ρωμ. 13:10).
Οι χριστιανοί, ωστόσο, γνωρίζουν ότι κανείς δεν εκπληρώνει την εντολή αυτή στην εντέλειά της. Όλοι μας, κάποια στιγμή, περάσαμε από την απέναντι πλευρά του δρόμου, αποφεύγοντας να σταθούμε κοντά στον πληγωμένο. Προτάξαμε την προσωπική μας άνεση, περιβάλαμε την πικρία μας με δικαιολογίες ή αγαπήσαμε μόνον εκείνους που είχαν πρώτοι αγαπήσει εμάς.
Εδώ ακριβώς ο Ιησούς δεν στέκεται ενώπιόν μας μόνο ως Διδάσκαλος, αλλά φανερώνεται και ως Σωτήρας. Δεν περίμενε να καταστούμε άξιοι να αγαπηθούμε· μας αγάπησε ενώ ακόμη ήμασταν αμαρτωλοί.
«Ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανεν» (Ρωμ. 5:8).
Επάνω στον Σταυρό, ο Ιησούς υπέμεινε όλη τη βιαιότητα του ανθρώπινου μίσους, χωρίς να αντιτάξει μίσος στο μίσος. Η αγάπη Του δεν υπήρξε μια αόριστη συναισθηματική έξαρση· ήταν αγάπη που αποδέχθηκε το τίμημα — αληθινή, αγία και ολοκληρωτικά αυτοπροσφερόμενη.
Η εντολή της αγάπης δεν είναι μια ευγενική ηθική προτροπή. Είναι ριζική κλήση προς τη δικαιοσύνη, την αλήθεια και το έλεος. Μας καλεί να αντιμετωπίζουμε τους αδελφούς στην πίστη, τους ευάλωτους ξένους, ακόμη και τους εχθρούς, με την ίδια ηθική σοβαρότητα που απαιτούμε για τον εαυτό μας.
Ο Ιησούς δεν μετρίασε την αξίωση αυτής της εντολής· την οδήγησε στο έσχατο βάθος της. Υπερέβη κάθε φραγμό, παρέδωσε τη ζωή Του για τους αμαρτωλούς και αποκάλυψε τι σημαίνει αληθινά η αγάπη που προσφέρει τον εαυτό της. Στο πρόσωπό Του βρίσκουμε όχι μόνο το τέλειο πρότυπο, αλλά και τη δύναμη να βαδίσουμε στα ίχνη Του. Επειδή Εκείνος πρώτος μας αγάπησε, είμαστε ελεύθεροι να αγαπήσουμε τους άλλους. Ας πορευθούμε και ας πράξουμε ομοίως.
Σημείωση από τον Dr. Eli: Η βοήθειά σας θα αποβεί πολύτιμη για την διατήρηση και ανάπτυξη αυτής της διακονίας διδασκαλίας. Αν το επιθυμείτε, γίνετε συνεργάτες μου σήμερα. Είτε επιλέξετε να μας υποστηρίζετε μηνιαίως (με μία μικρή ή μεγαλύτερη συνεισφορά) είτε αποφασίσετε να προβείτε σε μια εφάπαξ δωρεά, η κάθε προσφορά θα επηρεάσει καθοριστικά τη ζωή πολλών ανθρώπων. Πατήστε ΕΔΩ.
Comments (0)