Η αθέατη χείρα του Θεού
Η συγκλονιστική ιστορία μιας ευάλωτης γυναίκας αντιμέτωπης με την εξουσία, στην υπηρεσία της σωτηρίας του λαού της...
Η συγκλονιστική ιστορία μιας ευάλωτης γυναίκας αντιμέτωπης με την εξουσία, στην υπηρεσία της σωτηρίας του λαού της...
Από τον Dr. Eli Lizorkin-Girzhel (βιογραφικό)
Χρόνος ανάγνωσης: 7 λεπτά. Αντίκτυπος: Αιωνιότητα.
Το βιβλίο της Εσθήρ περικλείει ένα βαθύ παράδοξο: είναι το μοναδικό βιβλίο του παραδοσιακού κανόνος της Εβραϊκής Βίβλου στο οποίο το όνομα του Θεού δεν μνημονεύεται ρητώς. Καμία θεία φωνή δεν αντηχεί από το Σινά, κανένας προφήτης δεν διακηρύσσει «Τάδε λέγει Κύριος» και κανένα θαύμα δεν διαχωρίζει τα ύδατα. Και όμως, αυτή ακριβώς η φαινομενική απουσία γίνεται το υπόβαθρο μιας βαθιάς διδασκαλίας περί θείας προνοίας. Η Εσθήρ φανερώνει ότι ο Θεός δεν ενεργεί μόνο διά θεαματικών υπερφυσικών επεμβάσεων, αλλά και μέσα από τις φαινομενικώς συνήθεις —και συχνά βαθύτατα ατελείς— αποφάσεις των αρχόντων, το θάρρος μεμονωμένων ανθρώπων και τις ανεξήγητες «συμπτώσεις» του χρόνου.
Ένας κόσμος επίπλαστης ισχύος
Η αφήγηση εκτυλίσσεται στην Περσική Αυτοκρατορία, κατά τη βασιλεία του Ασσουήρου, ο οποίος συνήθως ταυτίζεται με τον Ξέρξη Α΄ (486–465 π.Χ.). Πρόκειται για έναν ηγεμόνα του οποίου η εξουσία εμφανίζεται απόλυτη και συγχρόνως αποδεικνύεται ευάλωτη. Αρχίζει με πολυτελή συμπόσια, μέσα από τα οποία ο βασιλεύς επιδεικνύει τον πλούτο και το μεγαλείο του (Εσθ. 1:1–5). Η κυριαρχία του, ωστόσο, κλονίζεται αμέσως, όταν η βασίλισσα Αστίν αρνείται να παρουσιαστεί ενώπιον των μεθυσμένων συνδαιτυμόνων του (1:12). Οι σύμβουλοί του, φοβούμενοι μήπως η άρνησή της προκαλέσει γενικευμένη ανταρσία, τον πείθουν να την απομακρύνει και να εκδώσει διάταγμα σε ολόκληρη την αυτοκρατορία, κατοχυρώνοντας διά νόμου την ανδρική κυριαρχία μέσα στον οίκο (1:17–22). Είναι ένας κόσμος στον οποίο ο νόμος συγκαλύπτει την ανασφάλεια και η εξουσία μεταβάλλεται σε δημόσια επίδειξη, μολονότι αισθάνεται διαρκώς ότι απειλείται.
Μέσα σε αυτό το ασταθές αυτοκρατορικό περιβάλλον εμφανίζονται ο Μαρδοχαίος και η ορφανή εξαδέλφη του, εξόριστοι Ιουδαίοι στη γη των κατακτητών τους (2:5–7). Η νεαρή γυναίκα φέρει δύο ονόματα και, κατά κάποιον τρόπο, δύο ταυτότητες. Το εβραϊκό της όνομα είναι Αδασσά (הֲדַסָּה), δηλαδή «μυρτιά» — ένα φυτό του οποίου το άρωμα γίνεται εντονότερο όταν συνθλίβονται τα φύλλα του. Το περσικό της όνομα είναι Εσθήρ (אֶסְתֵּר, Ester). Η ακριβής ετυμολογία του παραμένει αβέβαιη: έχει συσχετισθεί τόσο με τον «αστέρα» όσο και με το όνομα της Ιστάρ. Στην εβραϊκή, πάντως, ηχεί συγγενικά προς τη ρίζα ס־ת־ר, η οποία εκφράζει την έννοια της αποκρύψεως.
Κατόπιν της υποδείξεως του Μαρδοχαίου, η Εσθήρ αποκρύπτει την ιουδαϊκή καταγωγή και την πολιτισμική της ταυτότητα (2:10). Διατηρεί το μυστικό ακόμη και όταν οδηγείται στον βασιλικό γυναικωνίτη, υποβάλλεται επί έναν χρόνο στις προβλεπόμενες προετοιμασίες καλλωπισμού και τελικά επιλέγεται ως βασίλισσα (2:17).
Η ηθική ένταση παραμένει
Εδώ ανακύπτει η πρώτη και πιο ανησυχητική ένταση της αφηγήσεως: μια Ιουδαία οδηγείται στον γυναικωνίτη ενός ειδωλολάτρη βασιλέως, υποβάλλεται σε μια διαδικασία επιλογής αποβλέπουσα στην απόκτηση της εύνοιάς του και τελικά συνδέεται μαζί του — γεγονότα που φαίνεται να προσκρούουν στις απαγορεύσεις της Τορά περί επιγαμίας και μη επιτρεπόμενων γενετήσιων σχέσεων (Δευτ. 7:3–4). Η αφήγηση δεν διατυπώνει ρητή ηθική κρίση, όπως συμβαίνει και σε άλλες σύνθετες βιβλικές ιστορίες: στην εγκυμοσύνη της Θάμαρ από τον Ιούδα, στη ζωή της Ραάβ ή στη νυκτερινή συνάντηση της Ρουθ με τον Βοόζ. Αντιθέτως, στρέφει την προσοχή στην αμείλικτη πραγματικότητα της αυτοκρατορικής εξουσίας, μέσα στην οποία μια ευάλωτη νεαρή γυναίκα, τελούσα υπό την κηδεμονία του Μαρδοχαίου, πιθανότατα δεν διέθετε ουσιαστική ελευθερία επιλογής.
Η σκόπιμη αυτή αμφισημία υποχρεώνει τον αναγνώστη να αναμετρηθεί με βαθύτερα ερωτήματα: Μπορεί η θεία βουλή να εκπληρώνεται μέσα σε ηθικώς διακινδυνευμένες περιστάσεις; Ποια σχέση συνδέει την επιβίωση με την πιστότητα; Το κείμενο αρνείται να προσφέρει εύκολες απαντήσεις, εισάγοντάς, αντιθέτως, τους αναγνώστες στην οδυνηρή πραγματικότητα της εξορίας, όπου οι ηθικές επιταγές συγκρούονται με την κτηνώδη ισχύ της εξουσίας.
Όταν η ανομία περιβάλλεται το βασιλικό στέμμα
Η ένταση κορυφώνεται με την άνοδο του Αμάν του Αγαγίτη. Ο χαρακτηρισμός «Αγαγίτης» προσδίδει στην αφήγηση ιδιαίτερη σημασία, καθώς ανακαλεί τον βασιλέα Αγάγ και την αρχαία έχθρα ανάμεσα στον Ισραήλ και στον Αμαλήκ (Α΄ Βασ. 15). Δεν αποδεικνύει κατ’ ανάγκην ότι ο Αμάν υπήρξε κατά κυριολεξία απόγονος του Αγάγ· δημιουργεί, όμως, μια σαφή λογοτεχνική και θεολογική σύνδεση με εκείνη την παλαιά σύγκρουση. Η υπόθεση δεν αφορά την προσωπική αντιπάθεια του Αμάν προς τον Μαρδοχαίο. Στόχος γίνεται ολόκληρος ο ιουδαϊκός λαός που ζει διασκορπισμένος στις περσικές κτήσεις. Η επιδίωξη είναι μία και απόλυτη: ο αφανισμός του. Ο όρος «Ιουδαίος» στο ιστορικό αυτό πλαίσιο δεν δηλώνει απλώς τον οπαδό μιας θρησκευτικής πίστεως, όπως ενδέχεται να νοείται σήμερα. Αναφέρεται συγχρόνως σε έναν λαό, στους εξόριστους Ιουδαίους που κατάγονταν από την πατρογονική γη ή αναγνωρίζονταν ως συνδεδεμένοι με αυτήν.
Η υπερηφάνεια του Αμάν απαιτεί καθολική υποταγή. Ο Μαρδοχαίος, καθήμενος στη βασιλική πύλη, αρνείται να τον προσκυνήσει (3:2). Το κείμενο δεν διευκρινίζει πλήρως το κίνητρο της αρνήσεώς του· σημειώνει μόνο ότι αυτή συνδεόταν με την ιουδαϊκή του καταγωγή (3:4). Ο Αμάν εξοργίζεται και αποφασίζει να εξοντώσει όχι μόνο τον Μαρδοχαίο, αλλά και ολόκληρο τον λαό του. Υπό το φως της αρχαίας συγκρούσεως με τον Αμαλήκ, η απόφασή του αποκτά ακόμη βαρύτερη σημασία.
Ευχαριστώ όλους τους φίλους μου για την υποστήριξή τους προς αυτή τη διακονία!
Στο σημείο αυτό η αφήγηση εισέρχεται στη σκοτεινότερη καμπή της. Ο Αμάν χειραγωγεί τον βασιλέα με επιμελώς διατυπωμένες διαβολές: «Υπάρχει ένας λαός διεσπαρμένος και απομονωμένος ανάμεσα στους λαούς· οι νόμοι του διαφέρουν από τους νόμους όλων των άλλων λαών και δεν τηρεί τους νόμους του βασιλέως» (3:8). Το διάταγμα συντάσσεται, επικυρώνεται με τη σφραγίδα του βασιλικού δακτυλίου και αποστέλλεται σε όλες τις επαρχίες. Τη δεκάτη τρίτη ημέρα του μηνός Αδάρ, όλοι οι Ιουδαίοι πρόκειται να εξοντωθούν και τα υπάρχοντά τους να παραδοθούν σε διαρπαγή (3:13). Καθώς ο νόμος των Μήδων και των Περσών δεν μπορεί να ανακληθεί (8:8), τίθεται σε λειτουργία ολόκληρος ο μηχανισμός ενός νομιμοποιημένου και απόλυτου κακού. Μπορεί άραγε κάποιος να ανακόψει την πορεία του;
«Εἰς καιρὸν τοιοῦτον»
Όταν ο Μαρδοχαίος πληροφορείται το διάταγμα, σχίζει τα ενδύματά του, περιβάλλεται σάκο και σποδό και θρηνεί γοερά στη βασιλική πύλη (4:1–2). Η Εσθήρ, προστατευμένη έως τότε μέσα στον περίκλειστο κόσμο των ανακτόρων, διστάζει αρχικώς να αναλάβει ενεργό δράση. Τα λόγια της φανερώνουν το μέγεθος του φόβου της: όποιος παρουσιαζόταν απρόσκλητος ενώπιον του βασιλέως κινδύνευε να θανατωθεί, εκτός εάν εκείνος τού έτεινε το χρυσό σκήπτρο ως ένδειξη εύνοιας. Το γεγονός ότι η Εσθήρ δεν είχε κληθεί από τον βασιλέα επί τριάντα ημέρες καθιστούσε τη θέση της ακόμη επισφαλέστερη (4:11). Μήπως είχε ήδη απολέσει την εύνοιά του; Εάν η δοκιμασία αυτή είχε έλθει έναν μήνα νωρίτερα, ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά. Τώρα, όμως, κάθε απόπειρα παρεμβάσεως φαινόταν παράτολμη και θανάσιμα επικίνδυνη.
Η απάντηση του Μαρδοχαίου περικλείει τον θεολογικό πυρήνα του βιβλίου:
«Μὴ εἴπῃς σεαυτῇ ὅτι σωθήσῃ μόνη ἐν τῇ βασιλείᾳ παρὰ πάντας τοὺς Ἰουδαίους. Ὡς ὅτι ἐὰν παρακούσῃς ἐν τούτῳ τῷ καιρῷ, ἄλλοθεν βοήθεια καὶ σκέπη ἔσται τοῖς Ἰουδαίοις, σὺ δὲ καὶ ὁ οἶκος τοῦ πατρός σου ἀπολεῖσθε· καὶ τίς οἶδεν εἰ εἰς τὸν καιρὸν τοῦτον ἐβασίλευσας;» (Εσθήρ 4:13–14).
Εδώ αναδεικνύονται δύο θεμελιώδεις διαστάσεις της θείας προνοίας. Πρώτον, η βουλή του Θεού δεν μπορεί να ματαιωθεί: «Βοήθεια και σωτηρία θα ανατείλουν για τους Ιουδαίους από άλλον τόπο». Η επιβίωση του λαού της διαθήκης δεν εξαρτάται τελικά από το θάρρος ή τη δειλία ενός και μόνο προσώπου. Ο Θεός του Αβραάμ παραμένει πιστός στις επαγγελίες Του και θα διαφυλάξει τον Ισραήλ είτε διά της Εσθήρ είτε χωρίς αυτήν.
Δεύτερον, η θεία πρόνοια πραγματώνεται με τη συμμετοχή του ανθρώπου: «καὶ τίς οἶδεν εἰ εἰς τὸν καιρὸν τοῦτον ἐβασίλευσας;» Η επισφαλής θέση της Εσθήρ —η ομορφιά της, η γυναικεία της υπόσταση, ο πράος χαρακτήρας της, η εύνοια που είχε βρει ενώπιον του βασιλέως, ακόμη και η αποκρυμμένη ταυτότητά της— ερμηνεύεται υπό νέο φως. Ό,τι έως τότε έμοιαζε με τυχαία περίσταση ή ακόμη και με ηθικό συμβιβασμό αρχίζει τώρα να διακρίνεται ως μέρος μιας κλήσεως. Ολόκληρη η προηγούμενη ζωή της, με όλες τις ηθικές της ασάφειες, προσλαμβάνει εκ των υστέρων έναν βαθύτερο προορισμό.
Η πίστη της Εσθήρ φανερώνεται πλέον σε όλη της τη δύναμη. Δεν θεωρεί τίποτε δεδομένο:
«Βάδισον καὶ ἐκκλησίασον τοὺς Ἰουδαίους τοὺς ἐν Σούσοις καὶ νηστεύσατε ἐπ᾽ ἐμοὶ καὶ μὴ φάγητε μηδὲ πίητε ἐπὶ ἡμέρας τρεῖς νύκτα καὶ ἡμέραν· κἀγὼ δὲ καὶ αἱ ἅβραι μου ἀσιτήσομεν, καὶ τότε εἰσελεύσομαι πρὸς τὸν βασιλέα παρὰ τὸν νόμον· ἐὰν καὶ ἀπολέσθαι με ᾖ, ἀπολοῦμαι.» (Εσθήρ 4:16, Ο΄)
Το τίμημα ενδέχεται να είναι βαρύ· η Εσθήρ, ωστόσο, παραδίδεται πλέον ολοκληρωτικά στο θέλημα του Θεού του Ισραήλ.
Η αθέατη κυριαρχία του Θεού
Όσα ακολουθούν συνθέτουν μια εκπληκτική ακολουθία «συμπτώσεων», πίσω από τις οποίες ο αναγνώστης καλείται να διακρίνει την ενέργεια ενός αόρατου χεριού:
Η Εσθήρ βρίσκει χάρη ενώπιον του βασιλέως, ο οποίος τείνει προς το μέρος της το χρυσό σκήπτρο (5:2). Ενεργώντας με σύνεση και στρατηγική οξυδέρκεια, δεν διατυπώνει αμέσως το αίτημά της, αλλά προσκαλεί τον βασιλέα και τον Αμάν σε δύο διαδοχικά συμπόσια (5:4–8). Η εσκεμμένη αυτή αναβολή θέτει σε κίνηση ολόκληρη την ακολουθία των γεγονότων.
Την ίδια νύκτα ο ύπνος εγκαταλείπει τον βασιλέα (6:1). Καθώς του αναγιγνώσκονται τα βασιλικά χρονικά, πληροφορείται ότι η αφοσίωση που είχε επιδείξει ο Μαρδοχαίος πριν από πέντε χρόνια δεν είχε ποτέ ανταμειφθεί (6:2–3). Την ίδια ώρα, ο Αμάν προσέρχεται στα ανάκτορα με σκοπό να εξασφαλίσει τη θανάτωση του Μαρδοχαίου· αναγκάζεται, όμως, από τον βασιλέα να αποδώσει δημόσια τιμή στον άνθρωπο τον οποίο επιθυμεί να εξοντώσει (6:6–11).
Η συντριβή της υπερηφανείας του Αμάν προετοιμάζει το έδαφος για το δεύτερο συμπόσιο, κατά το οποίο η Εσθήρ αποκαλύπτει τελικά την ταυτότητά της:
«Ἐπράθημεν γὰρ ἐγώ τε καὶ ὁ λαός μου εἰς ἀπώλειαν καὶ διαρπαγὴν καὶ δουλείαν, ἡμεῖς καὶ τὰ τέκνα ἡμῶν, εἰς παῖδας καὶ παιδίσκας.»(Εσθήρ 7:4, Ο΄)
Η αναφορά στην πώληση παραπέμπει στα δέκα χιλιάδες τάλαντα αργυρίου που ο Αμάν είχε υποσχεθεί να καταβάλει στο βασιλικό θησαυροφυλάκιο ως αποτέλεσμα του διωγμού (3:8–9).
Ο βασιλεύς εξοργίζεται και εξέρχεται στον κήπο. Ο Αμάν, ικετεύοντας απεγνωσμένα για τη ζωή του, πέφτει επάνω στην κλίνη όπου βρίσκεται η Εσθήρ. Ο βασιλεύς ερμηνεύει τη σκηνή ως απόπειρα προσβολής της βασιλίσσης και διατάσσει να θανατωθεί ο Αμάν επάνω στο ίδιο ικρίωμα που εκείνος είχε προετοιμάσει για τον Μαρδοχαίο (7:7–10).
Ο αφανής αστέρας και η ευωδία της μυρτιάς
Το βιβλίο της Εσθήρ μάς προσφέρει, τελικά, μια ελπίδα ισχυρή και συγχρόνως βαθύτατα συνδεδεμένη με την πραγματικότητα του ανθρώπινου βίου: ο Θεός εξακολουθεί να ενεργεί ακόμη και όταν φαίνεται να απουσιάζει. Η ζωή μας υφαίνεται συχνά από καθημερινές αποφάσεις, επώδυνους συμβιβασμούς και συγκυρίες των οποίων το νόημα αδυνατούμε να συλλάβουμε. Η ιστορία της Εσθήρ μάς διαβεβαιώνει ότι όλα αυτά δεν αποτελούν κατ’ ανάγκην σημεία θείας εγκαταλείψεως· ενδέχεται, αντιθέτως, να γίνουν τα ίδια τα μέσα με τα οποία ο Θεός μάς οδηγεί προς την εκπλήρωση ενός καίριου σκοπού, τον οποίο δεν είμαστε ακόμη σε θέση να διακρίνουμε.
Το παρελθόν μας, τα σφάλματά μας, οι περιστάσεις μέσα στις οποίες βρισκόμαστε και η καταγωγή μας δεν είναι στοιχεία άμοιρα σημασίας. Οι στιγμές κατά τις οποίες καλούμαστε να διακινδυνεύσουμε, οι ατελείς και κάποτε σκοτεινές διαδρομές του βίου μας, ακόμη και οι περίοδοι πίστεως ή απιστίας, μπορούν να συνυφανθούν σε ένα σχέδιο που παραμένει συχνά αθέατο — όπως ο αστέρας που κρύβεται μέσα στη νύκτα ή η μυρτιά που ελευθερώνει την ευωδία της όταν συνθλίβεται.
Το βιβλίο της Εσθήρ διδάσκει ότι κάθε άνθρωπος, όσο περίπλοκη ή ηθικώς επιβαρυμένη και αν είναι η θέση στην οποία βρίσκεται, μπορεί, κατά την αποφασιστική ώρα της ζωής του, να κληθεί να διακινδυνεύσει τα πάντα, προκειμένου να πράξει το ορθό.
Το ερώτημα του Μαρδοχαίου εξακολουθεί να αιωρείται επάνω από ολόκληρη την αφήγηση: «Καὶ τίς οἶδεν εἰ εἰς τὸν καιρὸν τοῦτον ἐβασίλευσας;»
Σημείωση από τον Dr. Eli: Η βοήθειά σας θα αποβεί πολύτιμη για την διατήρηση και ανάπτυξη αυτής της διακονίας διδασκαλίας. Αν το επιθυμείτε, γίνετε συνεργάτες μου σήμερα. Είτε επιλέξετε να μας υποστηρίζετε μηνιαίως (με μία μικρή ή μεγαλύτερη συνεισφορά) είτε αποφασίσετε να προβείτε σε μια εφάπαξ δωρεά, η κάθε προσφορά θα επηρεάσει καθοριστικά τη ζωή πολλών ανθρώπων. Πατήστε ΕΔΩ.
Comments (0)